Η ξένη λιποθύμησε όταν πλησίασε.
Ο Παύλος, μάλλον για εκατοστή φορά, ξεφύλλιζε το οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ.

Σε μια φωτογραφία απεικονίζεται μαζί με τους συμφοιτητές του σε πικνίκ, σε μια άλλη κρατάει το δίπλωμα γελώντας πλατιά, και στην επόμενη φωτογραφία δίπλα του στέκεται η Ίρα, που λίγες σελίδες μετά γίνεται η γυναίκα του.
Ο νεαρός χειρουργός κοίταζε για ώρα το πρόσωπο της νεκρής συζύγου του και μετά ψιθύρισε:
– Όλα ξεκίνησαν τόσο όμορφα… Ονειρευόμασταν ένα σπιτάκι έξω από την πόλη, δίπλα σε δάσος και ποτάμι.
Και τώρα; Μόνο τέσσερα χρόνια ευτυχίας μας δόθηκαν.
Δεν του άρεσε να συζητάει γι’ αυτό με τους συναδέλφους του, ιδιαίτερα με τον Μπόρις, που ήταν ερωτευμένος με την Ίρα από το πρώτο έτος της ιατρικής σχολής.
– Όλα είναι δικό σου λάθος! – του είπε καυστικά ο Μπόρις.
– Γιατί την άφησες να πάρει το τιμόνι; Ήξερες πως είχε πάρει μόλις πρόσφατα δίπλωμα, τι εμπειρία είχε; Γι’ αυτό δεν έβγαλε τη στροφή.
– Νομίζεις ότι εγώ σκότωσα την Ίρα; Ή ότι μέθυσα εκείνον τον τρελό που μπήκε στο αντίθετο ρεύμα; Μην ρίχνεις όλη την ευθύνη σε μένα.
Την βλέπω κάθε μέρα μπροστά μου.
Έχει περάσει ένας χρόνος, αλλά μοιάζει σαν να έγινε χθες, – απάντησε ο Παύλος.
Ο Μπόρις μούτρωσε δυσαρεστημένος, αλλά δεν συνέχισε τη συζήτηση.
Μέσα του, ούτε εκείνος θεωρούσε τον Παύλο ένοχο.
Αλλά κάποιες φορές τον πείραζε, ρίχνοντας σε αυτόν τις ευθύνες.
Αν και, για να είμαστε ειλικρινείς, ήταν περιττό: δεν περνούσε μέρα που να μην κατηγορεί ο ίδιος τον εαυτό του.
Τελικά, κουρασμένος από τις αναμνήσεις, ο νεαρός χειρουργός αποφάσισε να κόψει οριστικά με το παρελθόν.
«Πρώτα πρέπει να ξεφορτωθώ τα πράγματά της.
Τι νόημα έχει να τα κρατάω; Σίγουρα δεν θα τα χρειαστώ.
Ίσως όμως να φανούν χρήσιμα σε κάποιον που τα έχει ανάγκη», σκέφτηκε ο Παύλος, κοιτώντας γύρω του.
Ο δρόμος αυτή την ώρα ήταν σχεδόν άδειος, αλλά κοντά είχε μαζευτεί μια ομάδα αστέγων δίπλα σε κάδο απορριμμάτων.
Ο Παύλος πλησίασε έναν από αυτούς και είπε:
– Ε, πώς σε λένε; Έλα εδώ, σε παρακαλώ.
Έχω μια πρόταση για σένα.
Ο άστεγος κοίταξε με επιφύλαξη τη σακούλα στα χέρια του Παύλου και ρώτησε:
– Τι θες; Τίποτα παράνομο; Δεν μπλέκω με το έγκλημα.
Μια φορά μου ζήτησαν να χαλάσω με μαρκαδόρο το αυτοκίνητο κάποιου ανταγωνιστή και μετά με απείλησαν με κακούς ανθρώπους.
– Όχι, είναι απλά ρούχα.
Ίσως σας φανούν χρήσιμα.
Δεν θέλω να τα πετάξω στα σκουπίδια, μήπως τα χρειαστεί κάποιος, εξήγησε ο Παύλος.
Τα μάτια του άστεγου γέμισαν με λαχτάρα:
– Τι ρούχα είναι αυτά; Βλέπω πως είναι το μέγεθός μου.
Θα μου έκαναν καλό τέτοια ρούχα, ειδικά τα παπούτσια.
Ξέρεις, τα πόδια είναι που σε κρατούν όρθιο.
Ο Παύλος χαμογέλασε ντροπαλά και βιάστηκε να ξεκαθαρίσει το παρεξήγηση:
– Όχι, είναι γυναικεία ρούχα, της νεκρής συζύγου μου.
Πέθανε πριν από ένα χρόνο.
Σκέφτηκα μήπως τα χρειαστεί κανείς.
Ο άστεγος έκανε απογοητευμένη κίνηση με το χέρι, αλλά πήρε τη σακούλα:
– Δεν πειράζει, όλα θα βρουν χρήση.
Θα καταφέρω να τα τακτοποιήσω.
Ευχαριστώ, καλός άνθρωπος.
Αν και παπούτσια θα μου έκαναν καλό, δεν θα έριχνες μια ματιά στη ντουλάπα σου;
– Εντάξει, αν βρω κάτι, θα στο φέρω, – απάντησε ο Παύλος και πήγε στο σπίτι.
Η μέρα έδειχνε πως θα ήταν γεμάτη.
Ο διευθυντής της χειρουργικής κλινικής είχε επέτειο και κάλεσε όλους στο εστιατόριο στις τέσσερις.
– Δεν δέχομαι αντιρρήσεις.
Σήμερα πρέπει να είναι εδώ όλοι όσοι μπορούν να κρατήσουν ένα ποτήρι στο χέρι, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με έλκος και των νηφάλιων, ανακοίνωσε ο Αρκαδίος Σεργκέεβιτς λίγο πριν το τέλος της βάρδιας.
Ο Παύλος δεν ήθελε καθόλου να πάει σε αυτή τη συγκέντρωση, αλλά ήξερε πως το να αρνηθεί στον διευθυντή θα του κόστιζε πολύ.
– Μην κάνεις αυτή τη μούρη, Πάσκα.
Θυμήσου πως ο Αρκαδίος μπορεί να σε βοηθήσει στην καριέρα σου.
Είναι κοντά στους σωστούς ανθρώπους, – ψιθύρισε ο Μπόρις πριν φύγει.
– Ξέρω… Αλλά τι καριέρα να κάνω όταν μέσα μου υπάρχει κενό; – απάντησε ο Παύλος, αλλά παρ’ όλα αυτά πήγε στο εστιατόριο.
Για τον εορτασμό της επετείου του Αρκαδίου Σεργκέεβιτς είχε νοικιαστεί μια αίθουσα δεξιώσεων, όπου με ζωντανή μουσική οι σερβιτόροι κυκλοφορούσαν ντυμένοι με κομψά κουστούμια.
– Τι θέλετε; Κονιάκ, κρασί ή μήπως σαμπάνια; – ρώτησε ένας με ζωντανό ενδιαφέρον απευθυνόμενος στον Παύλο.
– Όχι, ευχαριστώ.
Θα ρίξω πρώτα μια ματιά, – απάντησε ο Παύλος, μπαίνοντας στην αίθουσα και παίρνοντας ένα ελεύθερο τραπέζι.
Προσπαθούσε να μείνει μακριά από την παρέα του Μπόρις, που δεν σταματούσε να μιλάει.
Μετά από μερικούς υποχρεωτικούς πρόποσεις οι καλεσμένοι ζωντάνεψαν και, ζεσταμένοι από το ποτό, ζήτησαν μουσική.
Ο Αρκαδίος Σεργκέεβιτς έκανε νόημα σε κάποιον πίσω από την κουρτίνα.
Λίγο μετά εμφανίστηκε στη σκηνή μια νεαρή γυναίκα με μοντέρνο κοραλλί φόρεμα.
Πήρε το μικρόφωνο και τραγούδησε ένα μελαγχολικό τραγούδι που έκανε τις καρδιές πολλών καλεσμένων να σφίξουν.
– Ω, πόσο συγκινητικό! Άκουσέ την, τραγουδάει σαν αηδόνι, και η φωνή της είναι καθαρό μέλι, – θαύμασε ο εορτάζων.
Παρόλο που η γιορτή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ο Αρκαδίος Σεργκέεβιτς είχε ήδη πιει αρκετό κονιάκ και ο Μπόρις, που επίσης είχε πιει πολύ, σχεδόν κοιμόταν στο τραπέζι.
Τότε ο Παύλος στράφηκε στη σκηνή και πάγωσε.
– Όχι, αυτό δεν μπορεί να είναι! Ποια είναι; Η Ίρα μου;
Ο χειρουργός δεν πίστευε στα μάτια του.
Η γυναίκα στη σκηνή φορούσε το ίδιο φόρεμα της νεκρής συζύγου του που είχε δώσει το πρωί στους άστεγους.
Ακόμη, έμοιαζε εκπληκτικά με την Ίρα.
«Θεέ μου, ας είναι αυτή η Ίρα μου», προσευχόταν μέσα του ο Παύλος.
Φυσικά, ήξερε πως ήταν αδύνατο: είχε δει με τα μάτια του την αγαπημένη του στο φέρετρο.
Αλλά η βασανισμένη καρδιά του λαχταρούσε ένα θαύμα.
Η ομοιότητα ήταν τόσο έντονη που δεν μπορούσε να ανασάνει.
Μα πριν προλάβει να πλησιάσει, η γυναίκα ζαλίστηκε και, πιάνοντας το κεφάλι της, έπεσε στο πλάι.
– Γιατρό, γιατρό αμέσως! Είναι άσχημα! – φώναξε κάποιος από τους μουσικούς.
Ο Παύλος, που ήταν πιο κοντά, ήταν ο πρώτος που έτρεξε στη γυναίκα που είχε πέσει.
– Πού πονάς; Μην ανησυχείτε, είμαι γιατρός.
Αν και χειρουργός, θα βοηθήσω, – της είπε.
Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της και ψιθύρισε:
– Είμαι καλά, ήταν απλά λιποθυμία.
Μου συμβαίνει αυτό κάποιες φορές.
Μόνο τώρα ο Παύλος πρόσεξε το αφύσικα χλωμό της πρόσωπο, που ίσως σήμαινε κάποια ασθένεια.
Φυσικά, υπήρχαν διαφορές μεταξύ αυτής και της Ίρας, αλλά από μακριά φαινόταν σχεδόν ακριβές αντίγραφο της συζύγου του.
Το φόρεμα που μυστηριωδώς βρέθηκε στην τραγουδίστρια έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή την απίστευτη ψευδαίσθηση.
– Πώς είστε; Μπορείτε να περπατήσετε; Να καλέσω ταξί; – ρώτησε ο Παύλος βοηθώντας τη να σηκωθεί.
Δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει την αιτία της λιποθυμίας και υπέθεσε πως οφειλόταν στην αγωνία πριν την εμφάνιση.
– Ναι, δεν πειράζει, θα τα καταφέρω.
Αλλά πρέπει να φύγω, αλλιώς ο διαχειριστής δεν θα πληρώσει τη δουλειά μου, – απάντησε σιγανά.
– Τώρα πρέπει να σκέφτεστε όχι τα χρήματα, αλλά την υγεία σας και να συνέλθετε, – της είπε μετρημένα ο Παύλος.
Τότε πλησίασε ο διαχειριστής:
– Γιατί της μιλάτε έτσι; Φαίνεται πως δεν άντεξε τα νεύρα της.
– Και ποιος μου το απαγορεύει; – απάντησε ο Παύλος.
– Ξέρετε ποια είναι η Ναδέζντα; Είναι άστεγη, παλιότερα τραγουδούσε για ψίχουλα σε περάσματα.
Την είδα, την τακτοποίησα λίγο και άρχισα να την χρησιμοποιώ για εμφανίσεις.
Έχει καταπληκτική φωνή, δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, – επαίνεσε ο διαχειριστής, δικαιολογώντας τη συμπεριφορά του.
Η Ναδέζντα κοίταξε φοβισμένα τον Παύλο και χαμήλωσε τα μάτια.
Φαινόταν πως ο διαχειριστής έλεγε την αλήθεια, όπως κατάλαβε από την σιωπηλή αντίδρασή της ο Παύλος.
– Εντάξει, αρκετά.
Δεν θέλουμε χρήματα.
Φεύγουμε.
Με τέτοια συμπεριφορά καλύτερα να τραγουδάτε μόνοι σας! – είπε αποφασιστικά ο Παύλος και, παίρνοντας τη Ναδέζντα από το χέρι, την οδήγησε στην έξοδο.
Η αποχώρησή τους προκάλεσε οργισμένες φωνές από τον εορτάζοντα που δεν του άρεσε που οι καλεσμένοι έφευγαν νωρίτερα.
– Φύγετε! Αλλά θυμηθείτε: αν γυρίσετε, η τιμή για την εμφάνιση θα είναι μισή, – φώναξε αγενώς ο διαχειριστής.
Στην πραγματικότητα, ο διαχειριστής δεν είχε ζημιά εκείνη την ημέρα, αλλά εξοικονόμησε χρήματα από αυτή τη «χαζούλα» Ναδέζντα.
Οι καλεσμένοι ήταν αρκετά μεθυσμένοι και η ζωντανή μουσική μπορούσε να αντικατασταθεί με ηχογραφήσεις.
– Πού να σε πάω, Ναδέζντα; Σε ποια περιοχή μένεις; Δεν έχω αυτοκίνητο, αλλά μπορούμε να καλέσουμε ταξί.
Ας βγούμε έξω, – πρότεινε ο Παύλος.
Η Ναδία σήκωσε ντροπαλά τα μάτια και τον κοίταξε:
– Δεν έχω πού να πάω.
Μένω σε μια παράγκα, ευχαριστώ τον νεκρό άντρα μου γι’ αυτό.
Και έχω ένα γιο, είναι πέντε χρονών.
Από τη γέννησή του έχει αδύναμο χέρι, τα δάχτυλα είναι σαν να είναι μαζεμένα σε γροθιά και δεν ανοίγουν.
Συγκεντρώνω χρήματα για εγχείρηση.
Παλιά δούλευα νοσοκόμα.
Ο Παύλος ζωντάνεψε και χωρίς να το καταλάβει είπε:
– Αλήθεια νοσοκόμα; Και μάλλον μπλέχτηκες σε κάποιες δυσάρεστες καταστάσεις; Ίσως με φάρμακα ή κάτι άλλο; Μη νομίζεις πως σε κρίνω, όλα μπορεί να συμβούν.
Το πρόσωπο της Ναδέζντας κοκκίνισε από ντροπή:
– Τι μαγγανείες; Τι λες! Έχασα τα προσωπικά μου αντικείμενα – το τηλέφωνο, το πορτοφόλι, τα χρήματα…
Και όλα αυτά τα φόρτωσαν σε μένα.
Ο διευθυντής με έβριζε καιρό.
Έπρεπε να φύγω με σκάνδαλο.
Αλλά πριν φύγω πήρα ένα νεογέννητο αγοράκι.
Η μητέρα του το εγκατέλειψε όταν είδε το χέρι του.
Ήταν σοκαρισμένη, το έκανε από μια συναισθηματική έξαρση, όχι από κακία.
Και έτσι έγινα μονογονέας.
Η πράξη της Ναδέζντας συγκίνησε βαθιά τον Παύλο.
– Αλλά δεν θα μπορούσες να δοκιμάσεις να βρεις δουλειά κάπου αλλού; Για παράδειγμα σε οδοντιατρική κλινική ή στα επείγοντα.
Οι καλές νοσοκόμες πάντα λείπουν.
Και η δουλειά σε αυτό το εστιατόριο είναι μόνο προβλήματα, ρώτησε ο Παύλος.
– Φυσικά θα μπορούσα να βρω δουλειά.
Αλλά ο διευθυντής μου έδωσε ουσιαστικά «άσυλο λύκου».
Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Πλέον δεν με παίρνουν πουθενά με το επάγγελμά μου.
Και μια φορά, μεθυσμένη, έκαψα το σπίτι.
Έμεινα μόνη με τον Κιριούσα στην αγκαλιά.
Βρήκα μόνη μου σπίτι – μια εγκαταλελειμμένη κατοικία.
Οι άστεγοι με βοηθούν, είμαι για αυτούς σαν γιατρός του δρόμου.
Κάνω ενέσεις, δίνω φάρμακα, και δεν με ξεχνάνε.
Σήμερα το πρωί έφεραν μια ολόκληρη σακούλα γυναικεία ρούχα, καλά, σχεδόν καινούργια, – εξήγησε η Ναδέζντα.
Όταν η Ναδία ανέφερε τα ρούχα, ο Παύλος τα θυμήθηκε όλα.
Τώρα κατάλαβε γιατί τη μπέρδεψε με τη νεκρή γυναίκα του.
Η αιτία ήταν το κοραλλί φόρεμα.
– Ξέρεις, μοιάζεις πολύ με τη νεκρή γυναίκα μου, και από δέκα μέτρα είσαι σχεδόν ίδιο αντίγραφο, ομολόγησε ο Παύλος.
– Ήταν κι αυτή όμορφη.
Η Ναδία ντράπηκε, αλλάστα μάτια της φαινόταν πως της άρεσε το κομπλιμέντο.
Αντί να καλέσει ταξί, ο Παύλος πρότεινε στη Ναδία να φάνε κάτι:
– Εδώ στη γωνία υπάρχει ένα καλό σνακ μπαρ.
Αλλιώς θα ξαναλιποθυμήσεις από την πείνα.
Αν θέλεις, μπορούμε να πάρουμε μαζί τον Κίριλ.
Εκεί έχει καλά γλυκά και παγωτό.
Η πρόταση του Παύλου έκανε τη Ναδία να χαρεί αληθινά.
Ο γιος της, ο Κιριούσα, δεν είχε πάει ποτέ σε καφετέρια και έτρωγε παγωτό μόνο σε μεγάλες γιορτές.
– Καλά, τότε όλα εντάξει.
Τώρα θα πάρουμε το γιο σου και θα φύγουμε, – είπε ο Παύλος.
Λίγο αργότερα κάθονταν και οι τρεις μαζί σε ένα ζεστό καφέ.
Πριν από περίπου τρία χρόνια ο Παύλος είχε σώσει τον ιδιοκτήτη από περιτονίτιδα, και εκείνος τώρα θεωρούσε χρέος του να κερνάει δωρεάν τον γιατρό, αν και ο Παύλος δεν είχε πρόβλημα να πληρώσει.
Όταν είδε τον Κιριούσα να τρώει με το αριστερό χέρι, σκέφτηκε έντονα.
Το δεξί χέρι του αγοριού ήταν παραμορφωμένο και δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει πλήρως.
– Θα βρω τι μπορεί να γίνει.
Αν δεν καταφέρουμε τίποτα, θα προσπαθήσουμε μόνοι μας, είπε ο Παύλος, διαβάζοντας την ανησυχία στα μάτια της Ναδίας.
– Θα ήταν υπέροχο αν μου φτιάξουν το χέρι.
Στο νηπιαγωγείο με κοροϊδεύουν «Σιδερένιος Άνθρωπος», είπε ο Κιριούσα.
– Θα το κάνουμε, διοικητά, απάντησε ο Παύλος και κοίταξε το ρολόι.
– Είναι αργά για βόλτες στην πόλη.
Ίσως πάμε σπίτι μου;
– Δεν έχω αντίρρηση, συμφώνησε η Ναδία.
Το σπίτι του Παύλου άρεσε αμέσως στους επισκέπτες.
Ήταν ευρύχωρο και ζεστό.
Το μόνο που πρόσεξε αμέσως η Ναδία ήταν η έλλειψη γυναικείας φροντίδας και ζεστών μικροπραγμάτων.
Πλησίασε σε έναν τοίχο και είδε μια φωτογραφία σε μαύρη κορνίζα.
– Αυτή είναι η γυναίκα μου.
Πέθανε σε ατύχημα πριν από ένα χρόνο.
Ήμασταν παντρεμένοι μόνο τέσσερα χρόνια, εξήγησε ο Παύλος.
Τα μάτια της Ναδίας γέμισαν ξαφνικά δάκρυα.
– Τι συνέβη, πάλι νιώθεις άσχημα; – ρώτησε ο οικοδεσπότης ανήσυχος, προσθέτοντας με μια νότα λύπης:
– Τι ηλίθιος που είμαι, έπρεπε να καλέσω αμέσως ταξί και όχι να έρθω περπατώντας.
Η Ναδία δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τη φωτογραφία:
– Αυτή είναι η βιολογική μητέρα του Κιριούσα…
– Ποια; Η Ίρα; Γιατί δεν μου είπε για το παιδί; Εμείς τότε ακόμα δεν γνωριζόμασταν.
Μήπως άφησε τον γιο της στο μαιευτήριο; – ο Παύλος ήταν εντελώς μπερδεμένος.
– Μην ξεχνάς ότι ήταν σε βαθιά κατάθλιψη.
Την παράτησε ο αρραβωνιαστικός της και επιπλέον το παιδί είχε τραυματισμό μετά τη γέννα…
Όποιος και να ήταν θα έχανε τα νεύρα του, απάντησε η Ναδία, κάπως ηρεμώντας.
Ευτυχώς, ο Κιριούσα δεν άκουσε τη συζήτηση, εξερευνούσε με ενθουσιασμό το διπλανό δωμάτιο ψάχνοντας για παιχνίδια.
Ο Παύλος δεν μπορούσε να συνέλθει για ώρα, και κάθισαν με τη Ναδία στην κουζίνα μέχρι αργά το βράδυ συζητώντας τα γεγονότα.
Μαζί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Ίρα δεν το έκανε από κακία, αλλά λόγω της δύσκολης συναισθηματικής της κατάστασης.
Εξάλλου η ζωή την είχε ήδη τιμωρήσει για αυτή την πράξη.
Αν και ο Κιριούσα δεν ήταν βιολογικός γιος του Παύλου, η μοίρα του αγοριού έγινε για εκείνον πραγματικά σημαντική.
– Μην ανησυχείς, μπορείς να μείνεις όσο χρειαστεί.
Και αν αποφασίσεις να μείνεις για πάντα, θα χαρώ πολύ.
Ο Κιριούσα χρειάζεται αρσενική επιρροή, πρόσφερε ο Παύλος.
– Ευχαριστώ, απάντησε η Ναδία σιγανά.
Έξι μήνες πέρασαν και το σπίτι του Παύλου έγινε μια ζωντανή γωνιά γεμάτη καλεσμένους που περίμεναν την επιστροφή του Κιριούσα από την κλινική.
Του έκαναν διορθωτικές επεμβάσεις στο δεξί χέρι.
Ενώ το αγόρι ήταν σε θεραπεία, ο Παύλος και η Ναδία ετοίμασαν μια έκπληξη γι’ αυτόν — ανανέωσαν το παιδικό δωμάτιο με το πιο σύγχρονο design.
Αλλά η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν ότι αποφάσισαν να επισημοποιήσουν τη σχέση τους.
Τυχαία, η μέρα της εγγραφής συνέπεσε με την ημέρα που ο Κιριούσα βγήκε από το νοσοκομείο.
Όταν βγήκε από την κλινική, βρέθηκε σε μια ατμόσφαιρα χαράς και διασκέδασης.
Όταν ήρθε η σειρά του να συγχαρεί τους γονείς του, ζήτησε με ένα χαμόγελο:
– Αδελφάκι ή αδελφούλα, ή καλύτερα και τα δύο μαζί!
Τώρα το δεξί χέρι του Κιριούσα δεν διέφερε σε τίποτα από το αριστερό, και μπορούσε να χειροκροτάει τους γονείς του όσο ήθελε.



