— Μην γκρινιάζεις, γριά.

Το κορίτσι θα γίνει γυναίκα μου, και μάλιστα σήμερα.

Ο Λένκα μου χρειάζεται μητέρα.

— Ντένις, είναι ακόμα αγοροκόριτσο.

Και πού βρήκες αυτή τη ζητιάνα; — Η Τατιάνα Βικτόροβνα κοίταξε τον γιο της τρομαγμένα.

Μετά τη δουλειά πέρασα από την εκκλησία για να ανάψω ένα κερί στη μνήμη της μακαρίτισσας Όλενκα.

Όταν βγήκα, οι ζητιάνοι είχαν φρεσκαριστεί, και αυτή η μεγάλα μάτια Ιουλία στεκόταν στην άκρη και με κοίταζε ντροπαλά.

Πλησίασα και της πρότεινα να πάει στο σπίτι μας για να φάει μέχρι να χορτάσει.

Πήγαινε να ζεστάνεις το δείπνο, κι εγώ θα φωνάξω το γιο από την αυλή.

Κι επίσης θα ανάψω τη σάουνα.

Πρέπει να πλύνουμε αυτή τη μούχλα.

— Θα τη ταΐσω εγώ, κι εσύ μετά να τη βγάλεις από την αυλόπορτα, — επέμενε η μητέρα.

— Μη μου δίνεις εντολές στο σπίτι μου, μάνα.

Μου άρεσε όταν πήγαινα μαζί της.

Έχω κουραστεί να κοιμάμαι μόνος σε κρύο κρεβάτι, — και κοίταξε το κορίτσι που τον αγκάλιαζε ψάχνοντας προστασία από τη δυσαρεστημένη μητέρα του.

Από τον φόβο δεν καταλάβαινε τι ήθελε από αυτήν αυτός ο άντρας όταν ανέφερε το κρεβάτι στη συζήτηση.

Ο Ντένις βγήκε έξω, και η Τατιάνα Βικτόροβνα, καταλαβαίνοντας πως δεν θα τα βγάλει πέρα με τον γιο της, οδήγησε το κορίτσι στην κουζίνα.

— Λοιπόν, πες μου πώς βρέθηκες στην εκκλησία.

— Αυτό το είπα ήδη στον Ντένις.

— Τώρα πες το σε μένα, από αυτόν δεν θα ακούσεις πολλά λόγια, — επέμενε η Τατιάνα Βικτόροβνα.

Έμενα με τους γονείς μου σε ένα χωριό κοντά στην πόλη σας.

Ο πατέρας έφυγε για δουλειά και μετά εξαφανίστηκε.

Η μητέρα ανησυχούσε, αλλά ήξερε που να τον βρει και τον ακολούθησε.

Έλειπε πολύ και τα χρήματά μου σχεδόν τελείωσαν.

Με τα λίγα που είχα πήγα στην αστυνομία της περιοχής να ζητήσω να βρουν τους γονείς μου.

Μάθανε πως εγώ, ένα δεκάχρονο κορίτσι, δεν είχα κανέναν και πήραν μέτρα.

Έτσι βρέθηκα σε ορφανοτροφείο.

— Και βρέθηκαν οι γονείς σου; — Η Τατιάνα Βικτόροβνα ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του κοριτσιού.

— Ρώταγα συχνά την παιδαγωγό, αλλά έλεγε πως τους ψάχνει.

Μέχρι τώρα δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτούς.

— Και τι σε έφερε στην εκκλησία;

Στο ορφανοτροφείο πεινούσαμε, κι οι μεγαλύτερες κοπέλες προσπαθούσαν να βγάλουν χρήματα για καλύτερο φαγητό.

Έφευγαν το βράδυ προς τον δρόμο.

Εκεί υπήρχε κατάλυμα για νταλίκες.

Μια φορά τις ακολούθησα, αλλά μάταια.

Ήμουν μικρή και λεπτή, σαν έφηβη.

Οι άντρες γέλασαν μαζί μου και κανείς δεν με πήρε στο δωμάτιό του.

Τις περίμενα κρυμμένη στους θάμνους.

Όταν έβγαιναν μία μία, τις φώναζα κοντά μου.

Με την τελευταία φάγαμε νόστιμο δείπνο σε καφέ στην άκρη του δρόμου.

Μετά δεν με πήραν ξανά μαζί.

Όταν γύριζαν μου έφερναν τσεμπούρεκια και σουβλάκια.

Τότε κατάλαβα πως τέτοιο μικρό κορίτσι δεν το θέλει κανείς από τους άντρες.

— Και μετά; Έφυγες από το ορφανοτροφείο;

— Όχι.

Ήμουν κακή μαθήτρια.

Με ξέγραψαν.

Όταν έγινα 18 με έστειλαν πίσω στο χωριό μου.

— Είσαι ενήλικη, αλλά τόσο μικρή και αδύνατη.

Δεν το φανταζόμουν.

Γιατί δεν έμεινες στο σπίτι σου αλλά ήρθες στην πόλη μας;

— Όσο ήμουν στο ορφανοτροφείο, το σπίτι μου μέσα λερώθηκε τόσο πολύ που ήταν δύσκολο να μπεις.

Καθάρισα τα σκουπίδια, ήθελα να πλύνω και βγήκα στην αυλή.

Τότε παρατήρησα πως τα καλώδια από τον στύλο στο σπίτι ήταν κομμένα.

Δεν υπήρχαν σωλήνες φυσικού αερίου και νερού στο οικόπεδο, εκεί που ήταν η βρύση.

Και μέσα στο σπίτι έκοψαν όλο το μέταλλο.

— Ποιος έκανε τέτοια ζημιά; — Αναρωτήθηκε η Τατιάνα Βικτόροβνα.

— Δεν ξέρω.

Οι γείτονες είναι παράξενοι.

Κουνούσα την πόρτα τους για να ζητήσω νερό, αλλά δεν άνοιγε κανείς.

Πήγα στην περιφέρεια και ζήτησα από τις αρμόδιες υπηρεσίες να το διορθώσουν.

Ζήτησαν ένα ποσό που δεν είχα που να το βρω.

Μάζεψα από τους θάμνους φραγκοστάφυλα και σταφύλια αγριοσταφυλιού και τα πούλησα στο δρόμο.

Έκανα οικονομία στο φαγητό, αλλά τα μούρα ήταν λίγα.

Μετά έφτασαν τα μήλα.

Τα πούλησα κι αυτά.

Αλλά πάλι δεν έφταναν τα χρήματα.

Αποφάσισα να μαζεύω έξω από την εκκλησία.

— Προσπάθησες να βρεις δουλειά; — Δεν καταλάβαινε η Τατιάνα Βικτόροβνα πώς μπορούσαν να πετάξουν έτσι το κορίτσι.

— Προσπάθησα, αλλά μου είπαν να μεγαλώσω πρώτα και να δυναμώσω.

— Γιατί δεν σε έστειλαν σχολείο;

— Δεν έχω καν απολυτήριο.

Δεν κατάφερα να περάσω τις εξετάσεις.

Ο Ντένις μπήκε με τον οκτάχρονο γιο του Λένια και κάθισαν όλοι στο τραπέζι.

Μετά το δείπνο, ο Ντένις έδωσε οδηγίες.

— Γριά, πήγαινε τον Λένια στη σάουνα, μετά εσύ πάρε ένα ατμόλουτρο, κι εγώ θέλω με την Ιουλία.

Αυτή δεν ξέρει τίποτα.

— Με μένα; — Το κορίτσι έγινε χλωμό.

— Μην παγώνεις πριν την ώρα σου.

Θα συνηθίσεις και θα σου αρέσει.

Όλοι ήμασταν νέοι κάποτε.

Ο Ντένις πήγε στο δωμάτιο της μητέρας του και γύρισε με μια πετσέτα και ένα πολύχρωμο ρόμπα μπάνιου.

Η Τατιάνα και ο γιος του είχαν ήδη φύγει από την κουζίνα.

Κάθισε δίπλα στην Ιουλία.

— Λοιπόν, τα κατάφερες; Πώς σου φαίνονται τα φαγητά της μαμάς;

— Νόστιμα!

— Βεβαίως, ήταν μάγειρας και ζούσε με έναν άντρα στη Μόσχα.

Εγώ έμεινα εδώ με τον πατέρα μου.

Το σπιτάκι ήταν μικρό και με λίγες ανέσεις.

Μετά την αποφοίτηση βρήκα δουλειά.

Εκεί μπόρεσα να ξεδιπλωθώ και δημιούργησα τη δική μου επιχείρηση.

Έχω ένα ηλεκτρονικό κατάστημα με υπαλλήλους.

Σταδιακά μεγάλωνα τα σημεία παράδοσης.

Τώρα τα διευθύνω όλα.

Έχτισα το σπίτι πριν πέντε χρόνια και παντρεύτηκα στα τριάντα.

Η Ντάρια πέθανε στον τοκετό, και τον πατέρα έχω θάψει νωρίτερα.

Μείναμε με τον γιο μου, κάλεσα τη μητέρα μου, αλλά δεν τα πήγαινε καλά με τον πατριό μου.

Από τότε ζούμε σε αυτό το σπίτι.

Ο Λένια είναι πια οκτώ χρονών, κι εγώ είμαι ακόμα μόνος.

Δεν τολμούσα να φέρω γυναίκα στο σπίτι, αλλά μου άρεσες εσύ.

Η Ιουλία έσκυψε το κεφάλι στους ώμους της.

— Κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσεις, Ιουλένκα, γιατί να το καθυστερείς;

Ο Λένια ήρθε τρέχοντας κοκκινισμένος.

— Μπαμπά, τέλεια! Υπόσχεσες πισίνα.

Πότε θα αρχίσεις να σκάβεις;

— Αργά είναι, Λέντσικ, ο παγετός θα έρθει σύντομα.

Από την άνοιξη θα ξεκινήσουμε.

Το παιδί έφυγε στο δωμάτιό του, κι ο Ντένις βγήκε στην αυλή.

Έλεγξε το φούρνο στην είσοδο και κάθισε στο παγκάκι.

Η Τατιάνα Βικτόροβνα βγήκε από τη σάουνα.

— Μήπως, γιε μου, έχεις κακές προθέσεις; Είναι ακόμα κορίτσι και δεν ξέρει τι συμβαίνει με έναν άντρα.

Χρειάζεσαι μια συνομήλικη.

— Μαμά, είναι ορφανή, και δεν ξέρουμε τι θα γίνει μαζί της.

Δεν θέλω ξένη στο σπίτι μου.

Μη σκέφτεσαι τα χειρότερα.

Δεν είμαι τρελός, θα την πάρω με τρυφερότητα.

Η Τατιάνα Βικτόροβνα κούνησε το κεφάλι και μπήκε στο σπίτι.

Λίγο μετά εμφανίστηκε κι ο Ντένις.

— Ιουλία, έλα μαζί μου στη σάουνα, — και πιάνοντας το χέρι της, την οδήγησε στην αυλή.

Στη σάουνα δεν ήταν πια τόσο ζεστά όσο ήθελε ο Ντένις και πάντα ήταν ο πρώτος που έκανε ατμόλουτρο.

Αυτή τη φορά η Ιουλία ανησυχούσε.

Μήπως της κάνει κακό ο ατμός;

— Γδύσου και ξάπλωσε μπρούμυτα στο ράφι.

Θα σε χτυπήσω απαλά με το κλαδάκι σημύδας.

Και μην φοβάσαι εμένα.

Η Ιουλία υπάκουσε, κι ο Ντένις γδύθηκε επίσης για να μην βραχούν τα ρούχα του και άρχισε να τη χτυπάει με το κλαδάκι.

— Πολύ καλά, κορίτσι μου, τώρα χτύπα με με όλη σου τη δύναμη την πλάτη μου με το κλαδάκι, — και ξάπλωσε στο ράφι.

Μετά ο Ντένις έλουσε την Ιουλία με σφουγγάρι, και της έριξε νερό από τη λεκάνη.

Τα μαλλιά της μέχρι τους ώμους είχαν κυματιστεί, και εκείνος τα θαύμαζε.

Την σκούπισε σαν παιδί με πετσέτα, της φόρεσε το ρόμπα της μητέρας του και την έστειλε στο σπίτι.

Άλλο τίποτα δεν έγινε στη σάουνα, και δεν το σχεδίαζε κιόλας.

— Η μάνα σου θα σου δείξει το υπνοδωμάτιό μου.

Το καθαρό κρεβάτι μάλλον το έχει ετοιμάσει, θα έρθω σύντομα.

Η Ιουλία περίμενε στο κρεβάτι με ανατριχίλες το Ντένις.

Ευχαριστούσε τον Θεό που τότε οι νταλικέρηδες γέλασαν μαζί της και δεν την άγγιξαν.

Τώρα την περίμενε αυτό.

Πίστευε στην αξιοπρέπεια αυτού του ενήλικου άντρα και δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι.

Ας γίνει όπως θέλει ο Ντένις.

Λίγο αργότερα ήρθε ο Ντένις, έβγαλε το ρόμπα της σάουνας και ξάπλωσε δίπλα της.

Άρχισε με ένα φιλί…

Ο γάμος του Ντένις με την Ιουλία καταχωρήθηκε όταν αυτή ήταν ήδη έγκυος.

Ο άντρας πρόσεχε πολύ την υγεία της γυναίκας του.

Δεν ήθελε να ξανασυμβεί η τραγωδία με τη μητέρα του γιου του.

Όλα πήγαν όσο καλύτερα γινόταν.

Η Ιουλία γέννησε ένα κορίτσι, και μετά από καιρό ακόμα ένα.

Πάχυνε και μεγάλωσε λίγο.

Ο Ντένις επισκεύασε το σπίτι της Ιουλίας στο χωριό και το νοίκιασε σε ενοικιαστές.

Δεν ήθελε κάποιος ξανά να μπει στο σπίτι της Ιουλίας και να το καταστρέψει.

Δεν ήθελε να το πουλήσει.

Σχεδίαζε να χτίσει κάτι μεγάλο και καλό για τα παιδιά εκεί.

Ο χρόνος θα δείξει ποιος θα μείνει μαζί τους.