Η συννυφάδα θέλησε να γιορτάσει τα γενέθλιά της στο σπίτι μας και απαίτησε να αδειάσουμε το διαμέρισμα

— Κάτια, σου το είπε ήδη ο Σάσα; — άρχισε να μιλάει βιαστικά η πεθερά.

— Κοίτα! Θα είναι σαράντα άτομα. Γι’ αυτό θα ξεκινήσουμε το μαγείρεμα τη νύχτα.

Θα έρθω από νωρίς, έξι το απόγευμα την παραμονή.

— Τι; Τη νύχτα; — χαμογέλασε ειρωνικά η νύφη.

— Όχι, σε αυτό δεν έχω συμφωνήσει.

— Περίμενε λίγο. Δεν τελείωσα ακόμη. Έστειλα στον Σάσα τη λίστα με τα ψώνια, μου υποσχέθηκε ότι θα τα αγοράσει όλα.

Ο Σάσα πάντα βοηθούσε την μεγαλύτερη αδελφή του, τη Βερόνικα.

Μέχρι τα τριάντα της είχε προλάβει να παντρευτεί δύο φορές και να χωρίσει δύο φορές, και κάθε φορά έφταιγαν οι άντρες — «κακοί έτυχαν».

Η μητέρα τους, η Αναστασία Γκριγκόριεβνα, από μικρός του έλεγε:

— Πρέπει να βοηθάς την αδελφή σου.

Και ο Σάσα βοηθούσε.

Άλλοτε με χρήματα, όταν η Βερόνικα «προσωρινά» έμενε χωρίς δουλειά, άλλοτε με επισκευές στο νοικιασμένο της διαμέρισμα, άλλοτε με τις ατέλειωτες μετακομίσεις της μετά από κάθε διαζύγιο.

Και μετά εκείνος παντρεύτηκε.

Η Κάτια, η γυναίκα του, στην αρχή υπέμενε.

Αλλά όταν η Βερόνικα για πέμπτη φορά μέσα σε έναν χρόνο ζήτησε «να πάρει για λίγες μέρες» το αυτοκίνητό τους, επειδή το δικό της «πάλι χάλασε», η Κάτια είπε απαλά αλλά αποφασιστικά:

— Σάσα, μήπως φτάνει πια; Χρειαζόμαστε κι εμείς το αυτοκίνητο αυτό το Σαββατοκύριακο. Νόμιζα πως είχαμε σχέδια…

— Ναι; Και τι να κάνουμε; Δεν γίνεται με τα πόδια;

— Όχι. Στη ντάτσα των γονιών μου δεν γίνεται με τα πόδια.

Μάζεψαν για εμάς δύο κουβάδες αγγούρια. Νόμιζα ότι με άκουσες όταν το έλεγα.

— Ναι… κάτι άκουσα, αλλά καταλαβαίνεις, στη Σβέτα είναι επείγον.

— Τι επείγον πάλι έχει;

— Δεν ξέρω ακριβώς, — δίστασε ο Αλέξανδρος, — αλλά το χρειάζεται περισσότερο.

— Όχι, Σάσα. Αυτή τη φορά δεν θα γίνει έτσι! Ή θα αρνηθείς στην αδελφή σου ή θα μου αγοράσεις αυτοκίνητο.

Βαρέθηκα να κυκλοφορώ με το τρόλεϊ, όταν ο άντρας μου έχει αυτοκίνητο και θα μπορούσε να με πάει.

Για πρώτη φορά ο Σάσα σκέφτηκε να αρνηθεί και πήγε να τηλεφωνήσει στην αδελφή του, αλλά η Αναστασία Γκριγκόριεβνα έφερε τα πράγματα στην παλιά τους σειρά:

— Τι, θα αφήσεις την αδελφή σου εξαιτίας της γυναίκας σου; Είναι μόνη της! Ποιος θα τη βοηθήσει, αν όχι εσύ;

Και ο Σάσα ξαναβοηθούσε, παρά τους καβγάδες με τη γυναίκα του.

Μια φορά, δεν μιλούσαν με την Κάτια για μέρες και ο Σάσα δεν άντεξε:

— Γιατί σωπαίνεις συνέχεια; Μήπως θύμωσες;

— Α, ναι; Σου πήρε τρεις μέρες να καταλάβεις ότι θύμωσα; — αγανακτούσε η Κάτια.

— Απλώς δεν καταλαβαίνω. Για ποιο πράγμα ακριβώς;

Η σύζυγος ξέσπασε από την απορία:

— Σοβαρά; Δεν καταλαβαίνεις; Η αδελφούλα σου σε πήρε όλο το Σαββατοκύριακο, γιατί ήθελε να πάει σε φίλη της στο χωριό.

Νόμιζα ότι απλώς θα την πήγαινες, αλλά τελικά έμεινες δύο μέρες εκεί μαζί της.

Δεν σε ανησυχεί αυτό καθόλου;

— Και τι να με ανησυχεί. Ήπιαμε λίγο.

Ήταν κι ο πρώην άντρας της, με τον οποίο τα πήγαινα καλά. Έπρεπε κάπως να γιορτάσουμε τη συνάντηση. Να φύγω σαν χαζός; Θα ήταν αγένεια.

— Μπορούσες τουλάχιστον να τηλεφωνήσεις.

— Κι εσύ μπορούσες, — αντέτεινε ο Αλέξανδρος.

— Τηλεφώνησα! Μόνο που το τηλέφωνό σου ήταν κλειστό.

Καταλαβαίνεις τι έπρεπε να σκεφτώ; Ήμουν σε αγωνία, δεν ήξερα καν πού είναι ο άντρας μου.

Κι εκείνος απλά αποφάσισε να ξεκουραστεί από μένα, — θύμωσε η Κάτια.

— Μην φαντάζεσαι πράγματα, — έκανε νόημα ο άντρας και έδειξε πως τον καλούσαν.

Ο Αλέξανδρος δεν απάντησε, ώσπου βγήκε στο μπαλκόνι. Ήξερε καλά πως η γυναίκα του δεν θα εκτιμούσε τις κουβέντες του με την αδελφή του.

— Γεια σου, αδελφούλη! — κελαηδούσε η Βερόνικα στο τηλέφωνο.

— Σε δύο εβδομάδες έχω γενέθλια! Τριάντα! Κατάλαβες, έτσι;

Ο Σάσα κοίταξε προσεκτικά την Κάτια, που έβαζε τη σούπα στα πιάτα.

— Ε, λοιπόν… τι θέλεις; — ρώτησε.

— Πώς με καταλαβαίνεις αμέσως! — γέλασε η Βερόνικα.

— Θέλω να το γιορτάσω στο σπίτι σας! Έχεις μεγάλο σαλόνι.

Στο δικό μου είναι στενά, κι η σπιτονοικοκυρά θα παραπονεθεί, και το εστιατόριο είναι ακριβό.

— Μήπως καλύτερα σε καφέ; Θα σου δώσω εγώ ό,τι λείπει.

— Είσαι τρελός; — αγανακτούσε η Βερόνικα.

— Μα είναι γενέθλια! Θέλεις να πληρώσω αίθουσα, όταν εσύ έχεις διαμέρισμα; Και να συμπληρώσεις θα χρειαστεί ούτως ή άλλως. Δεν είμαι κόρη εκατομμυριούχου.

— Θα μιλήσω πρώτα με την Κάτια. Είναι το διαμέρισμά της, μπορεί να έχει σχέδια.

— Αργά! — τον διέκοψε η αδελφή.

— Είπα ήδη σε όλους ότι η γιορτή θα είναι σε σένα. Αδειάστε το διαμέρισμα για όλη την ημέρα, εντάξει; Η μαμά είπε πως θα ετοιμάσει όλα τα φαγητά.

Ο Σάσα αναστέναξε και κάλυψε το πρόσωπο με το χέρι.

Ενώ προσπαθούσε να σκεφτεί πώς να χειριστεί την κατάσταση, το τηλέφωνο ξαναδόνησε. Αυτή τη φορά μήνυμα από τη μητέρα:

«Η Βερόνικα μού είπε να φτιάξω το μενού. Ιδού η λίστα.

Τα τρόφιμα πρέπει επίσης να τα αγοράσεις. Πες στην Κάτια να βοηθήσει. Και βοήθεια στο μαγείρεμα θα χρειαστεί.»

Στο μεταξύ, η Κάτια, που δεν ήξερε τίποτα για τα επερχόμενα γενέθλια της Βερόνικας, είχε βολευτεί στην πολυθρόνα με το κινητό για να δει τη σειρά της. Όταν ο Αλέξανδρος μπήκε σκυφτός, κατάλαβε αμέσως.

— Ε, τι είναι πάλι; — ρώτησε ήρεμα, πατώντας παύση.

— Κατιούσα, άκου… Η Βερόνικα… Έχει γενέθλια, καταλαβαίνεις. Τριάντα. Ξέρεις… Είναι ημερομηνία. Θέλει να το γιορτάσει.

Η Κάτια σήκωσε το κεφάλι.

— Ε, ας το γιορτάσει. Της το απαγορεύουμε;

Ο Σάσα έξυσε το κεφάλι.

— Δεν είναι αυτό. Θέλει να το γιορτάσει εδώ, σε μας.

— Τι; — πετάχτηκε η Κάτια σοκαρισμένη.

— Περίμενε. Στο διαμέρισμά μας;

— Ναι, αλλά μόνο για ένα βράδυ. Είπε πως το εστιατόριο είναι ακριβό κι εκεί στενά…

— Και συ; Συμφώνησες;

— Είπα ότι θα μιλήσω μαζί σου! Αλλά… η Βερόνικα έχει ήδη καλέσει όλους. Και η μαμά φτιάχνει το μενού…

Η Κάτια έκλεισε τα μάτια κι αναστέναξε βαριά.

— Σάσα. Πες μου, είσαι όντως ενήλικος; Ή απλά ο μεσάζοντας ανάμεσα στη Βερόνικα και στις επιθυμίες της;

— Τι αρχίζεις τώρα;

— Εγώ αρχίζω; — χαμογέλασε ειρωνικά η Κάτια δείχνοντας το τηλέφωνο.

— Και δεν σου φαίνεται περίεργο ότι ούτε καν μπήκαν στον κόπο να απευθυνθούν σ’ εμένα;

Είναι, μεταξύ μας, το δικό μου διαμέρισμα, όχι πέρασμα για τους συγγενείς σου με τις φιλοδοξίες.

Η Βερόνικα θέλει να γιορτάσει τα γενέθλιά της στο σπίτι μου, εγώ πρέπει να μαγειρεύω, να βοηθώ τη μάνα σου, και παρ’ όλα αυτά ούτε που με ενημέρωσαν;!

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της Κάτιας.

— Ω, ιδού και το κερασάκι στην τούρτα, — είπε μέσα από τα δόντια η Κάτια, — η μαμά σου, — και κούνησε το κινητό μπροστά στον άντρα της.

— Κάτια, σου το είπε ήδη ο Σάσα; — άρχισε να μιλάει βιαστικά η πεθερά.

— Κοίτα! Θα είναι σαράντα άτομα. Γι’ αυτό θα ξεκινήσουμε το μαγείρεμα τη νύχτα. Θα έρθω από νωρίς, έξι το απόγευμα την παραμονή.

— Τι; Τη νύχτα; — χαμογέλασε ειρωνικά η νύφη.

— Όχι, σε αυτό δεν έχω συμφωνήσει.

— Περίμενε λίγο. Δεν τελείωσα ακόμη.

Έστειλα στον Σάσα τη λίστα με τα ψώνια, μου υποσχέθηκε ότι θα τα αγοράσει όλα.

— Ας πούμε… — γέλασε η Κάτια.

— Και τα χρήματα; Από πού θα βρούμε τόσα;

— Ο Σάσα υποσχέθηκε να βοηθήσει, — απάντησε σύντομα η Ταμάρα Βλαντιμίροβνα.

— Α, έτσι λοιπόν. Δεν φτάνει που θέλετε να κάνετε το διαμέρισμά μου εστιατόριο, πρέπει κι εμείς να πληρώσουμε το γλέντι; — η Κάτια δεν μπόρεσε πια να συγκρατηθεί.

— Δηλαδή, η Βερονίκα δεν σας είναι τίποτα; Τόσο δύσκολο είναι να βοηθήσετε μια μέρα, να μπείτε στην κουζίνα, να κόψετε σαλάτες… Εσύ είσαι η νοικοκυρά εδώ!

— Ταμάρα Βλαντιμίροβνα, — διέκοψε η Κάτια την πεθερά της, — μόλις τώρα έμαθα για τη γιορτή.

Δεν έδωσα άδεια να γιορτάσει η Βερονίκα τα γενέθλιά της στο διαμέρισμά μου.

— Όλο «το διαμέρισμά μου». Εσύ και ο Σάσα είστε άντρας και γυναίκα. Άρα όλα είναι κοινά! — γρύλισε η πεθερά.

— Αλήθεια; Κι αν το διαμέρισμα ήταν του Σάσα, δεν θα το λέγατε αυτό. Τότε θα ήμουν παράσιτο.

— Μην λες ανοησίες. Τέλος η κουβέντα. Μέχρι την Παρασκευή πρέπει να αγοραστούν όλα τα απαραίτητα τρόφιμα, — είπε η Ταμάρα Βλαντιμίροβνα και έκλεισε το τηλέφωνο.

— Τι ήταν αυτό; — ρώτησε η Κάτια τον άντρα της, ακούγοντας τον ήχο της γραμμής.

— Σταμάτα πια να το παίζεις! — επιτέλους βρήκε φωνή ο Σάσα. — Σου είπαν ήδη ότι έχεις άδικο. Δέξου το λάθος σου και σταμάτα να αντιστέκεσαι.

Η Κάτια έμεινε σοκαρισμένη από τα λόγια του άντρα της.

Σηκώθηκε, πήγε στη ντουλάπα και αθόρυβα έβγαλε μια μεγάλη αθλητική τσάντα.

Έπειτα γύρισε στο υπνοδωμάτιο, άνοιξε το συρτάρι και άρχισε μηχανικά να βάζει μέσα τα μπλουζάκια και τα τζιν του άντρα της.

Ο Σάσα στο μεταξύ θεωρούσε τον εαυτό του νικητή της κατάστασης.

Άνοιξε με θόρυβο το ψυγείο, πήρε ένα μπουκάλι μπύρα, χτύπησε την πόρτα και πήγε στο σαλόνι, όπου κάθισε μπροστά στην τηλεόραση σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Νόμιζε πως η Κάτια θα «ηρεμούσε» και όλα θα γίνονταν όπως πριν. Λίγο θα γκρίνιαζε, λίγο θα μουρμούριζε — και θα ηρεμούσε.

Έβαλε μάλιστα και ποδόσφαιρο, σίγουρος ότι η Κάτια σε λίγο θα έμπαινε στο δωμάτιο να τον φωνάξει για δείπνο. Μα έκανε λάθος.

Μισή ώρα αργότερα η Κάτια στεκόταν στον διάδρομο με μια σακούλα στο ένα χέρι και δίπλα της βρισκόταν ήσυχα η αθλητική τσάντα, γεμάτη με τα πράγματα του άντρα της.

Ο Σάσα βγήκε από το σαλόνι για να πάει ξανά στο ψυγείο, αλλά πρόσεξε τη γυναίκα του στον διάδρομο.

— Τι είναι πάλι αυτό; — μουρμούρισε. — Τι τσίρκο έστησες εδώ;

Η Κάτια τον κοίταξε με απέχθεια.

— Δεν είναι τσίρκο, Σάσα. Είναι το τέλος.

Δεν σκοπεύω πια να είμαι η σκιά στη ζωή σου, η υπηρέτρια στο ίδιο μου το διαμέρισμα και το φόντο για τα ατελείωτα καπρίτσια της μητέρας και της αδελφής σου.

Θέλεις να είσαι καλός γιος και αδελφός — παρακαλώ. Γύρνα στη μητέρα σου.

Ετοιμάστε μαζί της το γλέντι. Είμαι σίγουρη πως θα σου δώσει με χαρά μια γωνιά στο σαλόνι της.

— Μιλάς σοβαρά; — έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. — Δεν πρόκειται να επιστρέψω.

— Απόλυτα σοβαρά, — έγνεψε η Κάτια. — Και δεν θέλω να επιστρέψεις.

Έκανα τόση υπομονή που τώρα έχω κι εγώ απορίες με τον εαυτό μου.

Μα ως εδώ. Αν σε τρία χρόνια δεν έμαθες να με σέβεσαι, τότε δεν θα μάθεις ποτέ.

— Κάτια… δεν μπορείς να τα γκρεμίσεις όλα έτσι! Μέσα σε μια στιγμή!

— Δεν μπορείς να γκρεμίσεις κάτι που έχει ήδη καταρρεύσει.

Ο Σάσα χαμογέλασε ειρωνικά, χωρίς να καταλαβαίνει ότι η γυναίκα του είχε πάρει οριστική απόφαση.

— Και ναι, — πρόσθεσε η Κάτια, — όλα σου τα πουκάμισα και τα τζιν είναι εδώ. Δεν χρειάζεται να με ευχαριστήσεις. Φύγε τώρα.

Πήγε να πει κάτι, μα η Κάτια άνοιξε την εξώπορτα. Ο Σάσα στάθηκε, κατακόκκινος από τον θυμό.

Τα μάγουλά του έκαιγαν, τα χείλη του σφιγμένα.

Ακόμα ήλπιζε πως η Κάτια θα υποχωρούσε, όμως η απόλυτη ψυχραιμία της τον εκνεύριζε ακόμη περισσότερο.

— Είσαι τρελή! — πέταξε. — Νομίζεις πως θα βρεις καλύτερο από μένα; Τέτοιους σαν εμένα δεν βρίσκεις ούτε με το φανάρι!

Η Κάτια χαμογέλασε ειρωνικά και έκανε ένα βήμα πίσω:

— Τέτοιους σαν εσένα πράγματι δεν βρίσκεις. Και δόξα τω Θεώ.

— Θα το μετανιώσεις, το κατάλαβες;! — φώναξε ο Σάσα, αρπάζοντας την τσάντα.

— Θα συρθείς στα γόνατα, όταν καταλάβεις ότι κανείς δεν θα θέλει ούτε να σου μιλήσει! Χωρίς εμένα δεν είσαι τίποτα!

— Αν «τίποτα» σημαίνει ότι μένω στο δικό μου σπίτι, δουλεύω, δεν υπηρετώ τους ενήλικους συγγενείς του άντρα μου και δεν ανέχομαι αγένεια, τότε ναι — μου αρέσει πολύ να είμαι «τίποτα».

Ο Σάσα έφυγε κι η Κάτια έμεινε μόνη στη σιωπή.

Αναστέναξε βαριά, πήγε στο παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα και κοίταξε τον πρώην άντρα της να μπαίνει στο ταξί, σπρώχνοντας την τσάντα με το πόδι.

Πέρασαν μερικοί μήνες.

Η διαδικασία του διαζυγίου ήταν δυσάρεστη.

Ο Σάσα προσπάθησε να παρουσιάσει την Κάτια ως άπληστη και συμφεροντολόγα. Η μεγαλύτερη διαμάχη αφορούσε το αυτοκίνητο που είχαν αγοράσει στον γάμο.

Εκείνος ισχυριζόταν ότι είχε πληρώσει ολόκληρο το ποσό μόνος του κι ότι η Κάτια απλώς «το οδηγούσε».

— Κύριε δικαστά, εγώ έδωσα τα λεφτά, όλα έγιναν στο όνομά μου! — έλεγε με σιγουριά στο δικαστήριο.

— Η γυναίκα μου δεν έβαλε ούτε δεκάρα!

Η Κάτια γύρισε ατάραχα τον φάκελο και άπλωσε στο τραπέζι αποδείξεις τραπεζικών μεταφορών και αντίγραφα αποδείξεων.

Είχε βρει ακόμα και το συμβόλαιο προκαταβολής με την υπογραφή της.

— Δεν διεκδικώ το μερίδιό του. Αλλά ούτε και το δικό μου σκοπεύω να δώσω, — είπε ήρεμα η Κάτια.

Το δικαστήριο στάθηκε με το μέρος της δικαιοσύνης.

Αυτό δεν άρεσε στον Σάσα. Το αυτοκίνητο ήταν γραμμένο σε εκείνον και ήδη το θεωρούσε δικό του.

Τώρα έπρεπε να πουληθεί και τα χρήματα να μοιραστούν. Βγήκε από την αίθουσα του δικαστηρίου με το πρόσωπο παραμορφωμένο από την οργή.

Στο σπίτι δεν τον περίμενε στήριξη, αλλά καταιγισμός παραπόνων.

— Μα τι ανόητος είσαι; — φώναζε η Ταμάρα Βλαντιμίροβνα.

— Της τα έδωσες όλα στο πιάτο! Το αυτοκίνητο! Το διαμέρισμα! Ούτε έναν σωστό δικηγόρο δεν προσέλαβες!

Εκτός όλων των άλλων, ο Σάσα είχε πάρει και δάνειο από την τράπεζα για να πληρώσει το γλέντι της αδελφής του στο εστιατόριο, επειδή την είχε «εκθέσει με το διαμέρισμα».

Τώρα ο Σάσα είχε μια δική του «ζεστή» γωνιά με ράντζο στο διαμέρισμα της μητέρας του.

Κι η Κάτια εκείνη την περίοδο για πρώτη φορά μετά από καιρό κοιμόταν ήσυχα. Αποφάσισε πως είναι ακόμη νέα για να κρατιέται από έναν άνθρωπο σαν τον Σάσα.

Άξιοι άντρες υπάρχουν πολλοί — το βασικό είναι να καταλάβεις εγκαίρως ποιος είναι ποιος.