Η μητέρα της έφυγε το μεσημέρι της Τετάρτης και της είπε να μην βγει καθόλου έξω.
Όταν η Πολίνκα πήγε για ύπνο, η σόμπα ήταν ακόμα ζεστή, αλλά το πρωί το σπίτι είχε παγώσει.

Η μητέρα δεν είχε επιστρέψει, το κορίτσι βγήκε από την κουβέρτα, φόρεσε τις μπότες της και έτρεξε στην κουζίνα.
Εκεί δεν είχε αλλάξει τίποτα.
Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια μαυρισμένη από την κάπνα κατσαρόλα.
Μέσα – το θυμόταν η Πολίνκα – υπήρχαν τέσσερις πατάτες βρασμένες με τη φλούδα.
Τις δύο τις είχε φάει χθες το βράδυ.
Στο πάτωμα υπήρχε σχεδόν γεμάτος κουβάς με νερό.
Η Πολίνκα καθάρισε τις δύο πατάτες και έφαγε πρωινό, βουτώντας τις στο αλάτι και πίνοντας νερό.
Από το υπόγειο ερχόταν κρύος αέρας, και το κορίτσι ξαναμπήκε στο κρεβάτι.
Έμεινε κάτω από την κουβέρτα και άκουγε τους ήχους που έρχονταν απ’ έξω.
Περίμενε να ακουστεί το χτύπημα της αυλόπορτας και να έρθει η μητέρα της.
Θα άναβε τη σόμπα και το σπίτι θα ζεσταινόταν.
Η μαμά θα έβραζε πατάτες και θα τις άδειαζε στο τραπέζι, και η Πολίνκα θα τις κυλούσε ζεστές για να κρυώσουν πιο γρήγορα.
Την προηγούμενη φορά η μητέρα είχε φέρει δύο πιροσκί με λάχανο, και η Πολίνκα τα είχε φάει πίνοντας ζεστό τσάι.
Τώρα δεν υπήρχαν ούτε πιροσκί, ούτε τσάι, και το χειρότερο – έξω σκοτείνιαζε και η μαμά ακόμα δεν είχε επιστρέψει.
Πριν νυχτώσει τελείως, το κορίτσι πήγε στην κουζίνα, έφαγε τις υπόλοιπες πατάτες, γέμισε μια κούπα με νερό και την έβαλε πάνω στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι.
Μετά τυλίχτηκε με το παλιό φούτερ της μητέρας, έβαλε την κουκούλα στο κεφάλι της και ξαναμπήκε κάτω από την κουβέρτα.
Έξω ήταν σκοτεινά, στο σπίτι κρύο.
Η Πολίνκα, ένα μικρό κορίτσι έξι χρονών, ήταν στο κρεβάτι κάτω από μια παλιά παπλωματένια κουβέρτα, προσπαθώντας να ζεσταθεί, και περίμενε να επιστρέψει η μητέρα της.
Το πρωί δεν είχε αλλάξει τίποτα, εκτός από το ότι είχε ακόμα περισσότερο κρύο και δεν υπήρχε τίποτα να φάει.
Η Πολίνκα κουβάλησε από τον διάδρομο πέντε ξύλα – χρειάστηκε να πάει δύο φορές.
Μετά έσυρε ένα σκαμνί στη σόμπα, ανέβηκε πάνω του και με το σκουπάρι άνοιξε το πορτάκι της.
Δεν τα κατάφερε με την πρώτη φορά, και της έπεσαν από πάνω της κάπνα και σκόνη.
Η Πολίνκα είχε δει πολλές φορές πώς άναβε η μητέρα τη σόμπα και προσπάθησε να κάνει το ίδιο.
Πρώτα έβαλε δύο ξύλα, μετά έσκισε μερικά φύλλα από παλιά εφημερίδα, τα τσαλάκωσε και τα έβαλε ανάμεσα στα ξύλα, από πάνω έβαλε ξερή φλούδα από σημύδα και ένα ακόμα ξύλο.
Άναψε το χαρτί και τη φλούδα.
Όταν πήραν φωτιά τα ξύλα, έβαλε μέσα άλλα δύο και έκλεισε το πορτάκι.
Ύστερα έπλυνε δέκα ωμές πατάτες, τις έβαλε σε μια χυτρούλα από μαντέμι, τις σκέπασε με νερό και, ανεβασμένη στο σκαμνί, την έσπρωξε κάτω από τη σόμπα.
Το κορίτσι κουράστηκε με όλα αυτά, αλλά της φάνηκε πως άρχισε να ζεσταίνεται το δωμάτιο.
Τώρα έπρεπε να περιμένει να ζεσταθεί καλά το σπίτι και να βράσουν οι πατάτες.
Κάποτε η Πολίνκα είχε πατέρα, αλλά δεν τον θυμόταν.
Είχε μαζέψει τα πράγματά του και έφυγε για την πόλη, γιατί η μαμά συχνά πήγαινε στις φίλες της και, όπως έλεγε η γιαγιά, «έπινε τα μάτια της».
Όσο ζούσε η γιαγιά, η Πολίνκα ζούσε καλά.
Το σπίτι ήταν πάντα καθαρό, ζεστό και μύριζε πίτες.
Η γιαγιά έψηνε συχνά πίτες με λάχανο, με καρότο, με μούρα.
Μαγείρευε επίσης νόστιμο χυλό από κεχρί στη μαντεμένια κατσαρόλα – έβαζε μπροστά στην Πολίνκα ένα πιάτο και δίπλα μια κούπα με λιωμένο γάλα.
Τότε υπήρχε τηλεόραση στο σπίτι.
Η Πολίνκα έβλεπε κινούμενα σχέδια και η γιαγιά έβλεπε ταινίες, που τις έλεγε με μια περίεργη λέξη – «σειρές».
Χωρίς τη γιαγιά όλα έγιναν δύσκολα.
Η μαμά έφευγε την ημέρα και γύριζε το βράδυ, όταν η Πολίνκα ήδη κοιμόταν.
Στο σπίτι συχνά δεν υπήρχε φαγητό, και το κορίτσι αρκιζόταν σε βραστές πατάτες και ψωμί.
Πέρυσι την άνοιξη η μαμά δεν φύτεψε τίποτα στον κήπο, γι’ αυτό φέτος δεν υπήρχαν καν πατάτες.
Η Πολίνκα δεν ήξερε πού είχε πάει η τηλεόραση.
Τόσο πολύ καιρό όσο τώρα, η μαμά δεν είχε ξαναλείψει ποτέ.
Το σπίτι ζεστάθηκε, οι πατάτες είχαν βράσει.
Η Πολίνκα βρήκε σε ένα ντουλάπι στην κουζίνα ένα μπουκάλι με ηλιέλαιο.
Είχε μείνει λίγο λάδι – μόνο μια κουταλιά της σούπας – αλλά οι ζεστές πατάτες με λάδι είναι πολύ πιο νόστιμες από τις κρύες χωρίς τίποτα.
Έβαλε σε μια κούπα φύλλα σμέουρου, τα έβρασε και ήπιε ζεστό τσάι – της ήρθε ζέστη.
Έβγαλε το φούτερ της μητέρας της, ξάπλωσε στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε.
Το κορίτσι ξύπνησε από θόρυβο.
Στο δωμάτιο μιλούσαν οι γείτονες – η γιαγιά Μάσα, ο παππούς Γιεγκόρ και κάποιος άγνωστος.
– Ζαχάροβνα, – είπε ο ξένος στη γιαγιά Μάσα, – πάρε το κορίτσι για λίγες μέρες, τηλεφώνησα στον πατέρα της – θα έρθει την Κυριακή.
Σε λίγο θα φτάσει ο ανακριτής και ο γιατρός από την περιφέρεια.
Θα τους περιμένω εδώ.
Η γιαγιά Μάσα έψαξε να βρει με τι να ντύσει την Πολίνκα, δεν βρήκε τίποτα, της φόρεσε το ίδιο φούτερ της μητέρας και την τύλιξε με το παλιό μαντίλι της γιαγιάς.
Όταν βγήκαν στον διάδρομο, η Πολίνκα είδε πως δίπλα στην ξυλεία ήταν κάτι σκεπασμένο με δύο σακιά.
Από κάτω φαινόταν ένα πόδι, φορεμένο με το παπούτσι της μητέρας.
Η γιαγιά Μάσα πήρε την Πολίνκα σπίτι της και είπε στον άντρα της να ζεστάνει το λουτρό.
Έπλυνε το κορίτσι, την χτύπησε καλά με ένα κλαδί από σημύδα, την τύλιξε σε μια μεγάλη πετσέτα, την έβαλε στο προθάλαμο και της είπε να περιμένει.
Λίγα λεπτά αργότερα γύρισε με καθαρά ρούχα.
Η Πολίνκα καθόταν στο τραπέζι με φανελένια πιτζάμα και μάλλινες κάλτσες.
Στο κεφάλι της φορούσε ένα άσπρο μαντίλι με γαλάζιες βούλες.
Μπροστά της υπήρχε ένα πιάτο με μπορς.
Μια γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο, κοίταξε την Πολίνκα και αναστέναξε βαριά.
– Ορίστε, Μαρία Ζαχάροβνα, – είπε και έδωσε στη γιαγιά Μάσα μια μεγάλη σακούλα, – μερικά πράγματα για το κορίτσι.
Τα δικά μου έχουν μεγαλώσει πια.
Έχει και ένα χειμωνιάτικο μπουφάν.
Τι δυστυχία.
– Ευχαριστώ, Κάτια, – απάντησε η γιαγιά Μάσα και γύρισε στην Πολίνκα, – έφαγες;
Έλα, θα σου βάλω κινούμενα σχέδια στο άλλο δωμάτιο.
Εκείνη την ημέρα και την επόμενη ήρθαν κι άλλες γυναίκες στη Μαρία Ζαχάροβνα.
Από τα αποσπάσματα συζητήσεων, η Πολίνκα κατάλαβε ότι βρήκαν τη μαμά παγωμένη μέσα σε ένα χαντάκι εντελώς τυχαία.
Και κάποιος τηλεφώνησε στον πατέρα της, και θα ερχόταν σύντομα.
Η Πολίνκα λυπόταν τη μητέρα και της έλειπε.
Τη νύχτα έκλαιγε σιωπηλά, με το κεφάλι κάτω από την κουβέρτα, για να μην την ακούσει κανείς.
Ο πατέρας ήρθε.
Η Πολίνκα κοιτούσε με περιέργεια τον ψηλό, μελαχρινό άντρα που δεν θυμόταν καθόλου.
Τον φοβόταν λίγο και τον απέφευγε.
Κι εκείνος την κοίταζε προσεκτικά και μόνο μία φορά, όταν γνωρίστηκαν, την χάιδεψε αμήχανα στο κεφάλι.
Ο πατέρας δεν μπορούσε να μείνει για πολύ, οπότε έφυγαν την επόμενη μέρα.
Πριν φύγουν, έκλεισε τα παντζούρια, κάρφωσε σταυρωτά τα παράθυρα και τις πόρτες και ζήτησε από τους γείτονες να προσέχουν το σπίτι.
Η γιαγιά Μάσα είπε στην Πολίνκα αποχαιρετώντας την:
– Ο πατέρας σου έχει γυναίκα – τη Βαλεντίνα.
Θα είναι για σένα μητέρα.
Να την ακούς, να μην της αντιμιλάς.
Να τη βοηθάς στο σπίτι.
Τότε θα σε αγαπάει.
Εκτός από τον πατέρα σου, δεν έχεις κανέναν, και άλλο σπίτι εκτός από του πατέρα σου δεν υπάρχει.
Η Βαλεντίνα όμως δεν αγάπησε ποτέ την Πολίνα.
Δεν είχε δικά της παιδιά και ίσως δεν ήξερε πώς είναι να αγαπάς ένα παιδί.
Ωστόσο, δεν φερόταν άσχημα στο κορίτσι.
Φρόντιζε να είναι πάντα ντυμένη προσεγμένα, αν και σπάνια της αγόραζε καινούργια ρούχα – αρκούνταν σε ό,τι της έδιναν συνάδελφοι και γνωστοί.
Μόλις ο πατέρας έφερε την Πολίνα, η Βαλεντίνα φρόντισε να τη γράψει στον παιδικό σταθμό.
Το πρωί την πήγαινε και το βράδυ την έπαιρνε μετά τη δουλειά.
Στο σπίτι έπιανε αμέσως να ετοιμάσει το δείπνο ή να κάνει δουλειές, ενώ η Πολίνα καθόταν στο δωμάτιό της και κοιτούσε απ’ το παράθυρο ή ζωγράφιζε.
Ο πατέρας της επίσης δεν της μιλούσε συχνά.
Πίστευε πως της προσφέρει ό,τι χρειάζεται: είναι χορτάτη, ντυμένη, έχει παπούτσια – τι άλλο να θέλει;
Όταν η Πολίνα πήγε σχολείο, δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα, ούτε στον πατέρα της ούτε στη Βαλεντίνα.
Διάβαζε καλά, κυρίως έπαιρνε τέσσερα, ενώ στη φυσική, τα μαθηματικά και τη χημεία είχε τρία.
Οι δάσκαλοι όμως έλεγαν πως προσπαθούσε – απλώς δεν ταίριαζαν σ’ εκείνη αυτά τα μαθήματα.
Αντίθετα, στην οικιακή οικονομία ήταν πρώτη – ειδικά όταν έπρεπε να ράψουν, να πλέξουν ή να κεντήσουν.
Ακόμα και η δασκάλα της απόρησε με την επιδεξιότητα της Πολίνας.
Η Όλγα Γιούριεβνα έδειχνε ένα καινούργιο γαζί ή σχέδιο και η Πολίνα το επαναλάμβανε, σαν να το ήξερε ήδη.
Έτσι ζούσε η Πολίνα στο σπίτι του πατέρα της: από δέκα χρονών καθάριζε μόνη της το σπίτι, σιδέρωνε στοίβες με ρούχα, κι από δεκατριών μαγείρευε για όλη την οικογένεια.
Με τη Βαλεντίνα μιλούσαν μόνο για δουλειές του σπιτιού – αλλά αυτό φαινόταν να της αρκεί.
Ο πατέρας ήταν ευχαριστημένος που όλα στο σπίτι ήταν ήσυχα – ούτε λόγος για εφηβικές κρίσεις, όπως έλεγαν οι συνάδελφοί του που είχαν κόρες.
Την εσωστρέφεια και τη σιωπή της κόρης του τις θεωρούσε χαρακτηριστικά του χαρακτήρα της.
Μετά την ενάτη τάξη, η Πολίνα του είπε πως θέλει να πάει σε κολέγιο και να σπουδάσει ραπτική.
Ο πατέρας πήγε μαζί της στο βιομηχανικό-οικονομικό κολέγιο, υπέβαλαν τα χαρτιά και τον Σεπτέμβριο ξεκίνησε τις σπουδές της.
Συνέχισε να βοηθάει πολύ στο σπίτι, αλλά τώρα είχε αρχίσει να ράβει κιόλας.
Η Βαλεντίνα είχε μια παλιά ραπτομηχανή – η Πολίνα την επιδιόρθωσε.
Τώρα δεν υπήρχε πρόβλημα αν χρειαζόταν να κοντύνει πετσέτες, να ράψει καινούριες κουρτίνες ή να επιδιορθώσει ρούχα.
Τα έκανε όλα μόνη της.
Οι γείτονες άρχισαν να τη ζητούν – άλλος ήθελε να του κοντύνει παντελόνι, άλλος να του ράψει σεντόνια σε ειδικές διαστάσεις.
Έπαιρνε λίγα χρήματα, αλλά δεν τα ξόδευε – τα μάζευε.
Τα τρία χρόνια πέρασαν γρήγορα.
Οι σπουδές τελείωσαν και η Πολίνα έγινε δεκαοχτώ.
Ξαφνικά, ανακοίνωσε στον πατέρα της πως θέλει να επιστρέψει στο πατρικό της στο χωριό.
– Σου λείπει τίποτα εδώ; Γιατί θες να φύγεις; – τη ρώτησε.
– Με μεγαλώσατε και σας ευχαριστώ πολύ. Αλλά από εδώ και πέρα, θα τα καταφέρω μόνη μου.
Το σπίτι της δυσκολεύτηκε να το βρει.
Το χωριό της, σε αντίθεση με άλλα, δεν είχε μαραζώσει – είχε αναπτυχθεί.
Μια νέα εθνική οδός πέρασε εκεί κοντά, ήρθαν νέοι κάτοικοι, χτίστηκαν νέα σπίτια.
Το παλιό της σπίτι, που κάποτε της φαινόταν τεράστιο, τώρα έμοιαζε με καλύβα μπροστά στις διώροφες επαύλεις που είχαν χτιστεί.
Μερικά σπίτια όμως παρέμειναν όπως τα θυμόταν.
Απ’ τη μία το σπίτι της γιαγιάς Μάσα και απ’ την άλλη του παππού Γεγκόρ.
Άραγε να ζουν ακόμα;
Η Πολίνα άνοιξε το πορτάκι – έτριζε όπως τότε, όταν το άκουγε μικρή και περίμενε τη μαμά της.
Ανέβηκε στη βεράντα.
«Χωρίς εργαλεία δεν μπαίνεις», σκέφτηκε.
Άφησε τις βαλίτσες έξω και πήγε στης γιαγιάς Μάσα.
Μπαίνοντας στην αυλή, είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα να ξεχορταριάζει τα λουλούδια.
– Καλησπέρα, – είπε η Πολίνα.
Η γυναίκα σηκώθηκε και την κοίταξε καλά:
– Καλησπέρα, – απάντησε. – Ποια είσαι; Το πρόσωπο κάτι μου θυμίζει…
– Μαρία Ζαχάροβνα, εγώ είμαι, η Πολίνα.
– Αλήθεια! Η Πολίνα! Και μοιάζεις τόσο στη μάνα σου! – φώναξε η γιαγιά Μάσα. – Ήρθες!
– Ήρθα, αλλά δεν μπορώ να μπω στο σπίτι. Μήπως έχετε καμιά λοστό ή κάτι να βγάλω τις σανίδες; – ρώτησε η Πολίνα.
– Περίμενε λίγο! – είπε και φώναξε προς το σπίτι: «Ζαχάρ! Έλα δω!»
Στη βεράντα βγήκε ένας νεαρός γύρω στα είκοσι.
– Εγγονέ! Πάρε ένα εργαλείο και βοήθα τη γειτόνισσα να μπει στο σπίτι.
Σε μία ώρα όλα τα παράθυρα και οι πόρτες είχαν ανοίξει, και η Πολίνα μπήκε στο σπίτι που είχε να δει δώδεκα χρόνια.
Εδώ, στον διάδρομο, κείτονταν η μητέρα της την τελευταία φορά που την είδε – ή μάλλον τα πόδια της, με τα φθαρμένα καφέ παπούτσια.
Εκεί το πάπλωμα που προσπαθούσε να ζεσταθεί.
Ο κουβάς, η χύτρα, η κατσαρόλα κατάμαυρη απ’ τη φωτιά.
Ήταν σαν να είχε γυρίσει δώδεκα χρόνια πίσω.
Θυμήθηκε τι της είχε πει η γιαγιά Μάσα: «Να είσαι καλή, κι έτσι θα σε αγαπούν. Άλλο σπίτι από του πατέρα σου δεν έχεις.»
«Πώς δεν έχω;
Να το, το παλιό, με τη στραβή βεράντα, αλλά τόσο αγαπημένο!» – σκέφτηκε η Πολίνα.
«Εδώ θα είμαι ευτυχισμένη!»
Για σχεδόν μία εβδομάδα καθάριζε, έπλενε, έβαφε.
Βρήκε έναν τεχνίτη απ’ το διπλανό χωριό – της καθάρισε την καμινάδα και της έφτιαξε τη σόμπα, και η Πολίνα την ασβέστωσε.
Π πέταξε μια στοίβα παλιοπράγματα απ’ την αποθήκη και το πατάρι, και έβαλε καινούριες κουρτίνες.
Ο Ζαχάρ τη βοήθησε να φτιάξει τη βεράντα και το κομμάτι του φράχτη που είχε πέσει.
Όλο αυτό τον καιρό, χωριανοί που θυμούνταν αυτήν και τη μητέρα της περνούσαν από το σπίτι και παραξενεύονταν που ήρθε απ’ την πόλη να μείνει εδώ.
Ο πατέρας της δεν θα την αναγνώριζε – η σιωπηλή, εσωστρεφής κόρη του είχε πάντα ένα χαμόγελο στα χείλη.
Ήταν ομιλητική και φιλική.
Ο ντόπιος τρακτερίστας της όργωσε τον κήπο και, παρότι ήταν αργά, κατάφερε με τη βοήθεια της Μαρίας Ζαχάροβνας να φυτέψει μερικά πράγματα και να τακτοποιήσει τις καλλιέργειες με τα μούρα.
– Δεν πειράζει, φέτος άργησες με τα φυτά, του χρόνου θα τα φυτέψεις όλα όπως πρέπει, – της είπε η γιαγιά Μάσα.
Αφού τακτοποίησε το σπίτι, βρήκε δουλειά – όχι ακόμα στη δουλειά της.
Στο χωριό δεν υπήρχε ραφείο και δεν είχε και ραπτομηχανή.
Έτσι πήγε να δουλέψει στο ταχυδρομείο.
Όχι πίσω από το τζάμι, αλλά για να μοιράζει την αλληλογραφία σε τρία γειτονικά χωριά.
Της έδωσαν ένα κρατικό ποδήλατο και ξεκίνησε να κάνει πετάλι – στο ένα χωριό ήταν δύο χιλιόμετρα, στο άλλο τρία.
Με τον πρώτο μισθό αγόρασε μια ραπτομηχανή, με τον δεύτερο – ένα overlock.
Άρχισε να ράβει – πρώτα για το σπίτι, μετά ήρθαν και πελάτες.
Λίγοι, βέβαια – το χωριό δεν είναι πόλη – αλλά σιγά σιγά άκουσαν για αυτή και στα γύρω χωριά.
Άρχισαν να έρχονται άνθρωποι.
Και μετά από λίγα χρόνια, άλλος ταχυδρόμος μοίραζε τα γράμματα – η Πολίνα είχε αρκετό εισόδημα απ’ τον κήπο και τη ραπτική.
Άλλωστε, ήταν δύσκολο πια να κάνει ποδήλατο – εκείνη και ο Ζαχάρ, με τον οποίο είχε παντρευτεί, περίμεναν το πρώτο τους παιδί.
Η Πολίνα διατηρούσε επαφή με τον πατέρα και τη Βαλεντίνα, ήρθαν στον γάμο και τους κάλεσαν στην πόλη.
Αλλά εκείνοι αρνήθηκαν:
– Το σπίτι μου είναι εδώ, – είπε η Πολίνα.



